ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΚΔΤΤΠΠΣ
1 2 3 4 5
6 7 8 9 10 11 12
13 14 15 16 17 18 19
20 21 22 23 24 25 26
27 28 29 30 31

Η ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ


Στη "Σκέψη του μήνα" δημοσιεύουμε δύο από τις εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της εκδήλώσης "Παρελθόν, παρόν και (κυρίως) μέλλον της ελληνικής δραματικής γραφής", που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Εθνικού Θεάτρου.

Πρόκειται για τις εισηγήσεις του πανεπιστημιακού Νικηφόρου Παπανδρέου και του συγγραφέα Μάριου Ποντίκα.

Νεοελληνικό έργο, δραματική γραφή
Του Νικηφόρου Παπανδρέου
Το θέατρο της επινόησης, το κείμενο που είναι κολλάζ άλλων, μη θεατρικών κειμένων, λογοτεχνικών αποσπασμάτων, ιστορικών ντοκουμέντων, προσωπικών μαρτυριών, εξομολογήσεων, αυτοσχεδιασμών κλπ., σε συνδυασμό και με στοιχεία διαδραστικότητας, είναι μια θεατρική πρόταση που έχει γεννήσει τα τελευταία χρόνια μερικές εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, στο επίπεδο της σκηνικής αισθητικής, παραστάσεις. (Και άλλες τόσες ανιαρές, όπως είναι φυσικό). Εκείνο που θέλω όμως να σημειώσω είναι το γεγονός ότι οι περισσότερες ανήσυχες καλλιτεχνικά,φιλεύρευνες, εγρήγορες πολιτικά θεατρικές ομάδες μοιάζει να έχουν επιλέξει σχεδόν αποκλειστικά αυτόν το δρόμο. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι το θέατρο χειραφετείται έτσι από τις κειμενοκεντρικές καταβολές του και επιβεβαιώνει την αυτονομία του απέναντι στη λογοτεχνία, αλλά αυτή η αυτονομία έχει ήδη κατακτηθεί πριν από έναν αιώνα με τη ανάδυση του σκηνοθέτη, δεν είναι προς απόδειξιν. Πολύ ισχυρότερο επιχείρημα θεωρώ το στοιχείο της πολιτικής παρέμβασης, τη διασταύρωση με την άμεση επικαιρότητα, αλλά, όπως όλοι ξέρουμε, ο πολιτικός προβληματισμός και ο σχολιασμός της επικαιρότητας στο θέατρο δημιουργείται και κατ’ αναλογίαν, ακόμα και μέσα και από κείμενα άλλων εποχών, όταν η σκηνική τους ανάγνωση έχει αυτόν το στόχο. Εκείνο όμως που χάνουμε, αν μονομερώς καλλιεργήσουμε το θέατρο της επινόησης, είναι η ανάπτυξη και εξέλιξη της σύγχρονης δραματουργίας. Ο Καμπανέλλης, ο Κεχαΐδης, η Αναγνωστάκη, είχαν μια άτυπη «παραγγελιά» από τον Κάρολο Κουν, είχαν ένα θίασο που περίμενε το επόμενο έργο τους, αν τα σημερινά ανήσυχα θέατρα αυτοτροφοδοτούνται από τα δραματουργικά ψελλίσματα των ηθοποιών τους, αυτός ο κύκλος μεταξύ συγγραφέων και θιάσων θα ατονήσει. Ο δραματικός λόγος αποτελεί το μόνο από τα συστατικά στοιχεία της θεατρικής πράξης που δεν είναι εφήμερο, νομίζω ότι θα μας λείψει αν τον εξοβελίσουμε. Από τη άλλη, κάτι τέτοιο αδικεί τους νέους ηθοποιούς μας, οι οποίοι, για να διαμορφώσουν το εκφραστικό τους όργανο και το υποκριτικό τους ιδίωμα, έχουν ανάγκηνα δουλέψουν πάνω στους σύνθετους, πολυεπίπεδους ρόλους των καλών θεατρικών έργων και τα επιδεκτικά πολλών ερμηνειών συγκροτημένα δραματικά κείμενα. Επιμένω σ’ αυτό το σημείο επειδή διαπιστώνω ότι και στις δραματικές σχολές υπάρχει σήμερα η τάση να δουλεύουν οι μαθητευόμενοι ηθοποιοί πάνω σε αυτοσχέδια δικά τους κείμενα. Υπάρχουν σήμερα ευτυχώς πολλοί αξιόλογοι σύγχρονοι έλληνες δραματουργοί – απόδειξη και η σύνθεση του αποψινού τραπεζιού. Φοβάμαι όμως ότι, αν συνεχιστεί η μονομέρεια που επισημαίνω, γρήγορα θα αισθανθούν μοναξιά, χωρίς τον προνομιακό συνομιλητή που είναι η θεατρική ομάδα αναφοράς. Επαναλαμβάνω ότι δεν υποτιμώ καθόλου τις πολιτικές αρετές και τα ενίοτε λαμπρά παραστασιακά αποτελέσματα του θεάτρου που απομακρύνεται από το συγκροτημένο δραματικό κείμενο. Βρίσκω όμως ότι θα γίνουμε φτωχότεροι αν αυτός ο απολύτως θεμιτός δρόμος γίνει μονόδρομος. 

Νεοελληνικό έργο, δραματική γραφή
Του Μάριου Ποντίκα
Η λογοτεχνική αξία ενός κειμένου δεν το καθιστά κατ’ ανάγκην δραματικό κείμενο. Μόνον η σκηνική του υπόσταση-εφ’ όσον υπάρχει.Αυτή είναι η προϋπόθεσηγια να θεωρηθεί ένα κείμενο δραματικό. Το αναντίρρητο αυτής της αλήθειας, την οποία συναντά ένας θεατρικός συγγραφέας από τις πρώτες του κιόλας κειμενικές απόπειρες, αποδεικνύεται από την ανάποδη πλευρά της : ότι δηλαδή η σκηνική πράξη μπορεί και να μην έχει ως προϋπόθεση τηςτο δραματικόκείμενο. Το τι θεωρείται πλέον δραματική γραφή είναι μια άλλη ιστορία.Θα αρκεστώ μόνον να πω ότι εγώ θεωρώ ως τέτοια, ακόμα και μια κραυγή. Και τη σιωπή, την απόλυτη και μακράς διαρκείας σιωπή, τους ήχους, τις κινήσεις, τις χειρονομίες, τις εκφράσεις των υποκριτών – κείμενο δραματικό τις θεωρώ. Δεν έφτασα εδώ παρακινούμενος από μόδες. ‘Ο τι με συμπαρέσυρε ήταν οι ανάγκες μου να πω θεατρικάτο ανείπωτο – πρόκειται για μια εσωτερική διαδρομή που άρχισε με υποψίες πολύ νωρίς, διατυπώθηκε ως δραματικός λόγος στο έργο μου Ο δολοφόνος του Λάϊου και τα Κοράκια, στη συνέχεια με το Η Κασσάνδρα απευθύνεται στους νεκρούς ενώ συνεχίζεται με την εξέλιξη αυτού του έργου, το Χλιμίντρισμα. Θέλω να είμαι σαφής : διαδρομή δεν εννοώ μιανευθύγραμμη πορεία αλλάτην κίνηση προς πολλές κατευθύνσεις, ακόμα και την παλινδρόμηση. Μ’ αυτή την έννοια, δεν είμαι οπαδός κανενός ρεύματος και ουδεμίας τάσης. Δεν αποδοκιμάζω, δεν προγράφω,δεν αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας, δεν υπερδοξάζω.Προσπαθώ να ικανοποιώ τις εκφραστικές μου ανάγκες και αν συναντώμαι στις αναζητήσεις μου, με το «καινούργιο»αποτελεί σύμπτωση– πολύ συχνά δημιουργική. Δεν επιδιώκω να γράψω έτσι ή αλλοιώς, αυτό θέλω να πω. Δε ζορίζομαι να είμαι συνεπής με αυτό ή εκείνο, δεδεσμεύομαι,αντιθέτωςεπανεξετάζω κάθε φορά τα όρια της γραφής μου τα οποία– όπως είναι φυσικό – μετατίθενται διαρκώς. Δε με διακατέχει το άγχος του συνεχώςκαινούργιου ούτε και η βδελυγμία για το λεγόμενο παλιό. ΄Ετσι άλλωστε αντιδρώ και ως θεατής: ο διάλογος που ανοίγω με κάθε παράσταση σταματάει μόνον όταν αισθανθώ ότι το όραμά της αποτελεί φωτοαντίγραφο, ρέπλικα του πρωτοτύπου της και μάλιστα ατελή, ατάλαντη –απλώς μοδάτη να το πωέτσι. Αυτή είναι, πολύ συνοπτικά, η προσωπική μου σχέση με τη δραματική γραφή. Κοιτάζοντας τώρα το τοπίο του νεοελληνικού δραματικού κειμένου, μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα, και σε σχέση με τις αναπόφευκτες μεταλλαγές του σκηνικού συμβαίνοντος,έχω να παρατηρήσω τα εξής, σε πολύ γενικές γραμμές: Από τη μια μεριά βρίσκονται συλλήβδην τα παλαιά κείμενα και από την άλλη, συλλήβδην επίσης, τα καινούργια. Στη μέση του τοπίου ρέει ένα πλατύ, ορμητικό και βαθύ ποτάμι. Καμία γέφυρα δε φέρνει κοντά τις εκατέρωθεν πλευρές οι οποίες, πολύ συχνά, αντιμάχονται η μία την άλλη. Είναι μια αντιπαράθεση από την οποίαμόνο ζημιές μπορεί να καταγραφούν. Διότι καταργεί το δημιουργικό διάλογο, τηνεποικοδομητική συνάντηση. Πιστεύω ότι αν ένακείμενο, καταδικασμένο σε γήρανση, διαθέτει θεματολογική και σκηνική δύναμη, μπορεί θαυμάσια να αναβιώσει , με την αναγκαία πάνταζωογονητική σκηνική του σύλληψη. Όσοι έχουν δει, στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2009, τους Αρουραίους του Χάουπτμαν,μιά παραγωγή του Ντόυτσες Τεάτερ Μπερλίν σε σκηνοθεσία του Ταλχάιμερ, θα καταλάβουν τι εννοώ «γεφύρωση» καινούργιου και παλαιού. ΄Ενα αμιγώς νατουραλιστικόκείμενο, μια δραματική γραφή του 1911, διαπέρασε έναν αιώνα και, χάρη στο δαιμονικό ταλέντο του Ταλχάιμερ αναδείχτηκε σε κείμενο που γράφτηκε σήμερα. Γεφυρώσεις πολλές στη σύγχρονη ιστορία του θεάτρου και όλες πιστοποιούν ΤΙ; Καθώς τα θεματολογικά και αισθητικά όρια στηνιστορία του θεάτρου είναι διαρκώς μετακινούμενα, αυτό που δε χρειάζεται το θέατρό μας είναι οι περιχαρακώσεις, οι κατά τόπους μοναχικές πορείες,αλλά ο πολλαπλασιασμός των γονιμοποιητικώνεπί της σκηνής συναντήσεων του παλιού με το νέο. Του οικείου με το ανοίκειο.Έτσι ώστε οι σχετικές ζυμώσεις να οδηγήσουν σε μια εκρηκτικά καθολική ανθοφορία της ελληνικής θεατρικήςπράξης – άρα και του δραματικού κειμένου, όπως κι αν το εννοεί κανείς. Κάτι τέτοιο θα ήταν μια μεγαλειώδης εξέλιξη, που για μένα σημαίνει ότι πάει στην άκρη η υπεραπλούστευση της έννοιας παλιό, όσο και η υπεραπλούστευση της έννοιας καινούργιο. Πάει δηλαδή εκεί απ’ όπου ήρθε ηεπιφανειακή καταγραφή των πραγμάτων – είτε την επιχείρησε το αλλοτινό είτε την επιχειρεί το συγκαιρινό. Και για να κλείσω τη σύντομη ελπίζω κατάθεσή μου, θα σας θυμίσω τι απάντησε ο σοφιστής Γοργίας, όταν τον ρώτησαν « Γιατί δεν εξαπατάς του Θεσσαλούς;» « Γιατί είναι πιο μωροί απ’ όσο θα χρειαζόταν προκειμένου να εξαπατηθούν από μένα. Εξαπάτηση: αυτή δεν είναι η φιλοδοξία, το κίνητρο, η χαρά της τέχνης – στην περίπτωσή μας της θεατρικής; Αυτό δεν πρέπει να είναι το κίνητρό μας, με παλιούς ή νέους τρόπους; Ο Χρυσός μας Κανόνας; Μάριος Ποντίκας Δεκέμβριος 2011 1.Πολλές φορές , παλαιότεροι συνάδελφοί μου συντηρούν μιανέμμονη [ιδιοκτησιακής φύσεως ] πίστη στη γραφή με την οποία αναδείχτηκαν, με μια παράλληλη [ιεροεξεταστικής φύσεως ] καταδίκη κάθε άλλου είδους θεατρικής γραφής.