Ευριπίδης
Ελλάδα
Ο Ευριπίδης (480 π.Χ. – 406 π.Χ.) καταγόταν από τη Φλύα (Χαλάνδρι), αλλά γεννήθηκε πιθανότατα στη Σαλαμίνα, ανήμερα της ναυμαχίας λέει ο θρύλος, και πέθανε στην Πέλλα της Μακεδονίας. Διέθετε μία από τις πρώτες ιδιωτικές βιβλιοθήκες, ήταν γνώστης της φιλοσοφίας και ανέπτυξε σχέσεις με τους σοφιστές, ιδέες των οποίων ανακλώνται στο έργο του. Φίλος με τον Σωκράτη, χαρακτηρίστηκε ήδη από την αρχαιότητα ως «σκηνικός φιλόσοφος», καθώς στα έργα του τίθενται σημαντικά ερωτήματα για την επίδραση της θεότητας στη ζωή του ανθρώπου, τη φύση, τα δεινά του πολέμου, τη θέση της γυναίκας, και την αγωγή των νέων. Ο Ευριπίδης ένωσε στο έργο του τον φιλοσοφικό στοχασμό με την ποίηση και τον λυρισμό με την επιχειρηματολογία. Η ιδιαιτερότητα της τεχνικής του φανερώνεται στους μακρότατους μονολόγους, κατά τους οποίους κάποιος ήρωας ή θεός αφηγείται το σχετικό μύθο του έργου ή προλέγει το τέλος του, και στην εμφάνιση του από μηχανής θεού που δίνει τη λύση του έργου. Με την επίδραση της σοφιστικής σκέψης, ο Ευριπίδης διαχειρίστηκε με πρωτοτυπία θρησκευτικά θέματα και παλιούς μύθους, και έπλασε ήρωες και ηρωίδες με ρεαλισμό, αναλύοντας τα πάθη, τα ένστικτα και τα κίνητρά τους. Οι ψυχολογικές συγκρούσεις των γυναικείων κυρίως μορφών του, επηρέασαν τη μεταγενέστερη δραματουργία και καθόρισαν, μέσω των Ρωμαίων δραματουργών, τη μορφή του σύγχρονου θεάτρου.
Σωζόμενα έργα:
Άλκηστις, Μήδεια, Ηρακλείδαι, Ιππόλυτος, Κύκλωψ (σατυρικό δράμα), Ανδρομάχη, Εκάβη, Ικέτιδες, Ηρακλής Μαινόμενος, Ίων, Τρωάδες, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Ηλέκτρα, Ελένη, Φοίνισσαι, Ορέστης, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, και Βάκχαι. Ο Ρήσος αμφισβητείται.
Πράξεις πάνω απ’ το μέτρο ποτέ
στους ανθρώπους δε φέρνουν καλό∙
πιο τρανές συμφορές σ’ ένα σπίτι σωρεύουν,
αν θυμός θεϊκός το χτυπήσει. (Μήδεια)
Θέλω η αγάπη που ξυπνώ στους άλλους μέτρια να ‘ναι,
και της δικής μου της καρδιάς
οι πόθοι να ‘ναι αγνοί· ζητώ
μερίδιο από τον Έρωτα, μα το περίσσιο ας λείπει. (Ιφιγένεια εν Αυλίδι)
Λαχταρούμε
με πάθος ό,τι λάμπει εδώ στη γη,
γιατί δεν ξέρουμε αν υπάρχει κι άλλη
ζωή κάτω απ’ το χώμα∙ κι έτσι
με παραμύθια μάταια ζούμε. (Ιππόλυτος)




































